Jul 16, 2013

Άτε, ήρτεν!

This is a poem from back in 2010, when I still attempted to write poetry in Greek. More than ever, I needed to find this and read it, and remind myself that being young (at heart) means being willing, ready and excited to change the world.

Αναδύομαι μέσα απο τα χρώματα
και τις μυρωδιές της νιότης.
Το δέρμα μου.
Τα χέρια μου
ζωντάνια, μύες που πάλλονται
και αγάπη.
Πατώ με δύναμη και σαλτάρω
πάνω απο τους φράκτες και τα κάγκελα΄
το χώμα διαλύεται κάτω απ'τα πόδια μου
η σκόνη σηκώνεται, διαλύεται γύρω μου
χτυπώ τα χέρια
και φωνάζω.
Τινάζω το κεφάλι
άλογο νεύρο περήφανο
ζηλέψτε, εγώ που ζώ
τώρα ακούτε εμένα!
Οι φωνές μου, τα τραγούδια
φτάνουν και σας βρίσκουν από μακριά,
κι εδώ κάνω θρύψαλα τα φτωχά τύμπανά σας
τώρα εγώ
σα ζωή,
γυρίζω σαν Γκοντζίλα στην πόλη σας
και σπέρνω πεταλούδες.
Καταπίνω τις γραμμές
και φτύνω ιδέες
τραβώ απ'τη γή το ουράνιο τόξο μαζί και τζίτζικες
και το τεντώνω απο άκρη σε όμορφη άκρη αερογέφυρα να περνούν οι πεζοί.
Χτυπώ τα σύννεφα το ένα με το άλλο
σαν θεόρατο ΓΚΟΝΓΚ
και βρέχει παντού αλήθεια.
Σας μουσκέυει,
βρεγμένα γατιά που γυρεύετε κρυψώνα,
καημένη μου πόλη,
καημένη μου χώρα.
Τώρα, μιλάω εγώ!
Το κεφάλι μου φρέσκο
σαν τις καστανές μου μπούκλες, γυαλίζει
και τα χείλη γελάνε πλατιά
στο πρόσωπο.
Δόντια άσπρα και χείλη κόκκινα
σαν ρόδι.
Γελάω δυνατά,
το ρόδι σπάζει,
τα κόκκινα ζιρκόνια ζαρκάδια πετάγονται έξω
στα μάτια σας.
Τραβώ και σκίζω απ' τα βουνά
με βαμμένα πολύχρωμα νύχια
τα στολίδια που τους έχετε κρεμμάσει.
Τραβώ και σκίζω απ' τα μυαλά σας
τα στολίδια που τους έχετε κρεμμάσει
με την ίδια ευκολία
κι εκεί φυτεύω κυκλάμινα,
δρύες χρυσές και ήλιους.
Τραβώ τα κάγκελα,
τραβώ το συρματόπλεγμα,
σκίζω τα αμμοσάκουλα
σας δίνω αχινούς.
Ανταλλάζω τα λεφτά σας με βότσαλα,
να χτίσουμε σπιτάκια για τους κάβουρες
και για τους πονεμένους.
Φυσώ τα σκουριασμένα λόγια
και τους σκουριασμένους εγκεφάλους,
σπρώχνω τις σκόνες
δεξιά και αριστερά
με τη παλάμη.
Φρεσκοπογιατίζω με σπρέι
και κιμωλίες του δρόμου.
Κλωτσώ και ρίχνω απ' τους θρόνους τους
τα μίση σας
κι εναποθέτω τις καρδιές μας.
Αρπάζω τ' αγέννητα παιδιά μας απ' τους βωμούς
και τους τσακίζω μεμιάς
με τις πελώριες πατούσες μου.
Τσακίζω το γνωστό μέλλον
και ποτίζω το άγνωστο,
ανοίγω κανάλια να τρέξει το μυστήριο
και η περιπέτεια
να καθαρίσουν τις βολεμένες ζωές μας
που βρώμισαν απ την ακινησία και τη λέρα.
Ξεκολλώ τις στέγες των πλημμυρισμένων επαύλεων,
των εκκλησιών,
αναποδογυρίζω τα μεγάλα αυτοκίνητα
και σας βγάζω όλους έξω.
Σας κρατώ απ'τους γιακάδες με τα μακριά μου δάκτυλα
και σας ταρακουνώ
σας τραντάζω
σας φωνάζω:

"Ξυπνάτε! Ήρτεν η άνοιξη!
Εν ούλλα καινούρια, ξυπνάτε!
Άτε ξυπνάτε να πάμε στη θάλασσα
ο κόσμος ούλλος εν δικός μας, ξυπνάτε!
Οι γραμμές εσβήσασιν, τα χρέη σας εξοφλήσασιν,
ο χρόνος πκιον επέταξε τη μαύρη του κουκκούλλα,
Οι μέρες κάμνουν κύκλους τζε τζυλούν,
ξυπνάτε!
Να πετάσουμε τα πετάσια μας σε πράσινες χωράφες."

Κι έπειτα,
σας αγκαλιάζω όλους!
Αποχαιρετώ τις μάσκες, τα ζαρωμένα, δύστυχα ανθρωπάκια που με κοιτάνε λυπημένα,
αποχαιρετώ τις σκιές.
Τα δάκρυα δεν τρέχουν αλλά αναβρύζουν με βία από τα μάτια μου
σαν να' χω τρυπήσει με βελόνα τις ζεστές μου φλέβες με φόρα
και πετάγεται η ζωή από μέσα δυνατά.
Τώρα φιλώ τες μανάδες και τους πατεράδες μας,
σας γεμίζω φιλιά και ηλιαχτίδες.
Σας βλεπω στα μάτια και σπιθίζουν όνειρα
βλέπω καθρέφτες.
Βλέπω τους έρωτες, ξαναγελώ δυνατά
φιλώ το δικό μου στο στόμα΄
μαζί πιανόμαστε απ'τη μέση
και περνάμε το κατώφλι.
Ο δρόμος μυρίζει λεμόνια και φώς και χώμα,
γυρίζω το σγουρό κεφάλι,
στο λαιμό μου οι φλέβες χορεύουν,
στη πόρτα μας γνέφετε "γειά σας"
και οι δρόμοι απλώνουνται χιλιάδες, ατέλειωτοι και φωτεινοί
μπροστά μας.

No comments:

Post a Comment